Η ρητορική μίσους εγείρει ένα από τα δυσκολότερα ερωτήματα στο πεδίο της ελευθερίας της έκφρασης, αφού η αντιμετώπισή της ουσιαστικά θέτει το θεμελιακό ερώτημα του κατά πόσο τα φιλελεύθερα κράτη θα πρέπει να ανέχονται και τους εχθρούς της ανεκτικότητας. Παρά όμως τις κοινές προκλήσεις που θέτει το φαινόμενο του μισαλλόδοξου λόγου, η ρύθμισή του δεν τυγχάνει ομοιόμορφης μεταχείρισης μεταξύ των επιμέρους δικαιοδοσιών. Η μεγαλύτερη διχοτομία στο ζήτημα εμφανίζεται μεταξύ της προσέγγισης στις ΗΠΑ και στις υπόλοιπες φιλελεύθερες δημοκρατίες. Στις ΗΠΑ, όπου το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης αντιμετωπίζεται ως προνομιακό δικαίωμα, έχουν επιτραπεί παρελάσεις νεοναζί μέσα από συνοικίες επιζήσαντων του Ολοκαυτώματος και συμβολικές πράξεις όπως το κάψιμο σταυρού από μέλη της Κου Κλουξ Κλαν έξω από οικίες αφροαμερικανών έχουν μείνει ατιμώρητες. Αντίθετα, στην Ευρώπη και στις υπόλοιπες δυτικές δημοκρατίες, έχουν διαπλαθεί νομολογιακά αρχές που επιτρέπουν την εξισορρόπηση μεταξύ του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης και στα άλλα επηρεαζόμενα δικαιώματα, όπως η ισότητα και μη διάκριση, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η δημόσια τάξη. Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να σκιαγραφήσει τα επιχειρήματα υπέρ και κατά της απαγόρευσης της εκφοράς ρητορικής μίσους και μέσα από τη νομολογία των επί μέρους δικαιοδοσιών, που εξετάζονται, να απαντήσει το κατά πόσο και σε ποια έκταση η ποινικοποίηση της εκφοράς ρητορικής μίσους είναι συμβατή με τις αρχές του φιλελεύθερου κράτους.